search

ΔΙΕΘΝΗ

29 χρόνια μετά το Time Will Tell, ξαναπιάνουν το νήμα του US metal και πετυχαίνουν να γράψουν τραγούδια που δεν ακούγονται παρωχημένα, αν και ανήκουν ξεκάθαρα σε μια άλλη εποχή...

Label | Nuclear Blast
Κυκλοφορία | 10/2018
Βαθμολογία | 6,5

Οι Αμερικανοί Fifth Angel είναι ένα από τα μεσαίας αναγνωρισιμότητας συγκροτήματα του US power metal, αυτά που παλιότερα ανακαλύπταμε σε σχετικά αφιερώματα του μουσικού Τύπου και τα καταχωρούσαμε ως αξιοπερίεργα κειμήλια. Επίσης, είχαν την ατυχία να βρίσκονται πολύ κοντά στο Σιάτλ όταν ξεκίνησε η λαίλαπα του grunge. Αυτό, σε συνδυασμό με κάποιες αφελείς επιλογές, οδήγησε σε πρόωρη διάλυση το 1989 μετά από ένα καταπληκτικό ομώνυμο ντεμπούτο και έναν συμπαθητικό δεύτερο δίσκο.

Όσον αφορά τη θέση τους μέσα στον US power χάρτη οι Fifth Angel βρίσκονταν σε εκείνο το άκρο που γλυκοκοιτάει το hard rock και την arena διάθεση, πιο κοντά στους Twisted Sister από ότι στους Queensrÿche, τους Warlord και τους Jag Panzer. Έπαιζαν δηλαδή ευθύ heavy metal, χωρίς πειραματισμούς, πολυπλοκότητα και επικό αέρα, με στρωτή, κλασική δομή τραγουδιών, παραπονιάρες πλην εμπνευσμένες μπαλάντες και μια γενική συναυλιακή διάθεση.


Το συγκρότημα νεκραναστήθηκε το 2010 για μια ζωντανή εμφάνιση στο γερμανικό φεστιβάλ Keep It True, έπειτα από την οποία διαλύθηκε και πάλι, για να επανέλθει το 2017 με άλλη μία συναυλία και σχέδια πλέον για τον τρίτο ολοκληρωμένο δίσκο. Φέτος, λοιπόν, 29 χρόνια μετά το Time Will Tell, οι Fifth Angel κυκλοφορούν το The Third Secret κι εγώ αναρωτιέμαι τι ακριβώς μπορεί να περιμένει κανείς από μια μπάντα-χρονοταξιδιώτη, αφού μιλάμε για τρεις δεκαετίες ουσιαστικά μη-ύπαρξης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ειδικά όταν συμπαθώ το γκρουπ, αγωνιώ για τον τρόπο με τον οποίον θα επανασυστηθούν: το φάσμα του παλιμπαιδισμού και της άγνοιας κινδύνου, είναι απτό.

Το Third Secret ακούγεται σαν να ξεφύτρωσε από τη δεκαετία του 1980, όντας γεμάτο εύπεπτα κομμάτια, στο γνώριμο στυλ των Fifth Angel. Ευθυτενές heavy metal με hard rock διάθεση, στα μονοπάτια των Twisted Sister, Lizzy Borden αλλά και του Dio (τον οποίο θυμίζει πολύ στα φωνητικά ο Kendall Bechtel). Δομικά τα πράγματα μένουν απλά, με στρωτές διαδοχές κουπλέ, γέφυρας και ρεφρέν, αλλά και με μπόλικο πάθος και με μια ενεργητικότητα, η οποία υπαινίσσεται πως κάποια θέματα αυγάτιζαν χρόνια στον νου της μπάντας.

Πέρα από τις προαναφερθείσες επιρροές, εδώ εντοπίζονται επίσης αναφορές σε Iron Maiden, Saxon και στη γενικότερη αισθητική του NWOBHM. Ευτυχώς, παρά το σταθερό πάτημα στο παρελθόν, τα τρία μέλη των Fifth Angel αποδεικνύονται καλοί συνθέτες: τα περισσότερα κομμάτια δεν ακούγονται παρωχημένα, παρότι ανήκουν ξεκάθαρα σε μια άλλη εποχή. Ακόμη και τα “Can You Hear Me?” και “Fatima”, που είναι ουσιαστικά power ballads (με ό,τι γραφικά παρελκόμενα φέρει ο τίτλος αυτός), αποδεικνύονται αρκετά λειτουργικά και διόλου ντροπιαστικά. Ένα στραβοπάτημα γίνεται όταν πάνε να εκμοντερνίσουν λίγο τον ήχο (όπως για παράδειγμα στο ομώνυμο τραγούδι του δίσκου), καταλήγοντας σε μια αχρείαστη αίσθηση βαρύτητας δίχως ευκίνητο riff.

Εν τέλει το Third Secret είναι ό,τι θα περίμενε από τους Fifth Angel ένας αισιόδοξος, ρεαλιστής οπαδός. Τίμια συνέχεια της καριέρας τους, ο δίσκος λειτουργεί ως αντιπροσωπευτικό και πειστικό δείγμα ενός στυλ που τείνει να θεωρείται μουσειακό είδος.