search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Συγκέντρωση έργων για το θέατρο, το σινεμά και τον χορό σε ένα σύνολο ήσυχο και ήμερο, το οποίο διαθέτει μεν ενδιαφέρουσες στιγμές, αλλά χαρακτηρίζεται και από απουσία έξαψης...

«Τι σκατά τους θέλουμε τόσους σωλήνες;/ τι στο διάολο τους θέλουμε τόσους σωλήνες;/ και τη θάλασσα θα κουβαλήσουμε με τόσους σωλήνες;»

Ποιος να μας το 'λεγε, τότε που οι περίφημοι “Σωλήνες” μάς έμπαζαν στον κόσμο των Lost Bodies, πως κάποτε αυτή η θεοπάλαβη παρέα, όχι θάλασσα, αλλά ολάκερο ωκεανό –και μάλιστα «ειδικό»– θα κουβαλούσε κατά τη μεριά μας. Κι όμως, με τα γυρίσματα του καιρού φτάσαμε να το δούμε κι αυτό: ένα αχανές, διπλό άλμπουμ διάρκειας 76 λεπτών, το οποίο συγκεντρώνει διάφορες δουλειές τους για το θέατρο, το σινεμά και τον χορό.


Εκ της συμβάσεως αυτής, ότι όσα ακούμε στο Specific Ocean γεννήθηκαν ως κομμάτια κάποιων ευρύτερων πραγματικοτήτων, προκύπτουν διαφοροποιήσεις σε σχέση με όσα ξέραμε ως «κανονικότητα» για τους Lost Bodies. Κατ’ αρχάς, απουσιάζει εδώ σε μεγάλο βαθμό το έλλογο στοιχείο· μιλάμε δηλαδή για καθαρή μουσική, στην πλειονότητα των 27 επιλογών. Απουσιάζει –επίσης σε μεγάλο βαθμό– το χιούμορ, ο αυτοσαρκασμός, η τρέλα. Ασφαλώς, η όποια τρέλα στην περίπτωση των Bodies δεν εκφραζόταν μόνο στον στίχο, αλλά αποτυπωνόταν και στις εκφάνσεις της μουσικής. Όμως, αφ’ ης στιγμής κλήθηκαν να υπηρετήσουν οράματα άλλων, κατέληξαν να ακούγονται σοβαροί. Έως και σκυθρωποί.

Παραμένουν πάντως άλλα στοιχεία, εξίσου πυρηνικά της δημιουργικότητας του γκρουπ. Η ικανότητά τους λ.χ. να χειρίζονται διάφορα στυλ και παραδόσεις, αποτυπώνεται ανέπαφη. Έτσι, τους παρακολουθούμε εδώ να μοιράζουν το παιχνίδι ανάμεσα σε ακουστικά, ηλεκτρικά και ηλεκτρονικά όργανα, υπηρετώντας οράματα που αντλούν από ένα ευρύ καλλιτεχνικό φάσμα: από την παράδοση της Νέας Ορλεάνης μέχρι το trip hop, από τα post-whatever ως την electronica, χωρίς να αμελούν και τη «λόγια» παράδοση της κινηματογραφικής μουσικής.

Υπάρχει ωστόσο κι ένα στοιχείο που επισκιάζει τις σταθερές μα και τις πρωτιές τις οποίες μοστράρει τούτη η δουλειά· κι αυτό είναι η απουσία εκπλήξεων, η απουσία έξαψης, θα έλεγα. Αναμενόμενο, ίσως: μέσα στα χρόνια της δράσης των Lost Bodies, και τι δεν έχουμε ακούσει από τη μεριά τους. Είναι λοιπόν δύσκολο να εκπλαγούμε πια, να μας κολλήσει στον τοίχο μια σύνθεσή τους, να μας φέρει αντιμέτωπους ξανά με την αλήθεια της μίζερης ύπαρξής μας. Όσα υπάρχουν στο Specific Ocean είναι πάντα καλοβαλμένα, κάποτε εξαίσια, πολλές φορές συγκινητικά. Όμως, κατά κάποιον τρόπο, ως σύνολο το άλμπουμ ακούγεται ασφαλές, ήσυχο και ήμερο –με την όχι ακριβώς καλή έννοια των λέξεων.

Να γίνω λίγο πιο συγκεκριμένος; Πιάστε, για αρχή, τα “Ο Χορός” και “Ο Χορός ΙΙ”. Δεν είναι δύο απόλυτα φορμαλιστικές στιγμές, τις οποίες θα περιμέναμε (και θα παίρναμε πράγματι) από έναν έντεχνο δημιουργό; Το “Κόκκινο Τριαντάφυλλο”, πάλι, όσο κι αν ως χροιά προσφέρει μια επιπλέον διάσταση στη ροή της εργασίας, δεν είναι ουσιαστικά μια προφανής αναδιάταξη του “St. James Infirmary”; Τα “Άδεια Ρούχα” δεν είναι κομματάκι ...άδεια όντως; Αρκετά συχνά, δηλαδή, συνάντησα εδώ πράγματα που δεν κατόρθωσαν να επιφέρουν κάποιον συναισθηματικό –ή άλλο– αντίκτυπο.

Από την άλλη, υπάρχουν συνθέσεις στο άλμπουμ που όντως κατάφεραν κάτι τέτοιο. Όπου για παράδειγμα υπάρχει ο λόγος (στίχοι του Μίλτου Σαχτούρη, για την ακρίβεια), συνήθως έχουμε να κάνουμε με μικρά αριστουργήματα: έξοχο το “Ορυχείο”, σπουδαία η “Πορτοκαλιά” (την οποία, πάντως, ξέραμε ήδη από το Φιγουρίνι του 2013), εξίσου όμορφα τα “Το Αεροπλάνο” και “Ο Μότσαρτ”. Επίσης, διάφορες απόπειρες στον μινιμαλισμό φέρουν θέλγητρα αδιαμφισβήτητα: “Ο Παραγωγός”, “Έξοδος”, “Έρωτας Στο Διαδίκτυο”, “Entrance”, είναι στιγμές που ξεχωρίζουν. Στα συν και το στήσιμο της ροής, το οποίο δεν επιτρέπει να χαθούν τα διαμάντια μέσα στη μαραθώνια ακρόαση.

Συνοψίζοντας, νομίζω ότι η λειτουργικότητα τούτης της μουσικής καταφέρνει συχνά, αλλά όχι πάντα, να ξεφύγει από την αρχική χρήση της και να αποκτήσει αυτόνομη οντότητα. Είναι πράγματι «ειδικό» άλμπουμ το Specific Ocean, μια «ιδιαίτερη» προσθήκη στην ήδη μακρά δισκογραφία των Lost Bodies. Ετοιμάζεται πάντως και «κανονικό» δισκογράφημα από την κολεκτίβα, το οποίο θα μας συναντήσει, ελπίζω, σύντομα.

Ή, ακόμα καλύτερα, θα μας βρει κατακέφαλα.